Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

To νήμα της στάθμης

Η πρώτη μου δουλειά ήταν μπράβος.

Ο κύριος Χαντρινός ήταν ο μπακάλης μας. Στην Ελαιών, είχε ένα μπακάλικο με ψυγείο γυάλινο κλασσικό της δεκαετίας του 60, τσουβάλια ρύζι, φακές, φασόλια, κονσέρβες ψηλά στα ράφια που τις κατέβαζε με κείνο το τρομερό, το φοβερό, το καταπληκτικό εργαλείο που ανοιγόκλεινε γύρω από την κονσέρβα, την αγκάλιαζε σφιχτά και την κατέβαζε ασφαλή, μες σε χειροκροτήματα όσων παρακολουθούσαν από τους από κάτω ορόφους. Είχε και σοκολάτες, καραμέλες, κάτι κολλώδη φρούτα μελωμένα σε χαρτάκι τυλιχτά... Είχε και έναν εχθρό. Το Στέφανο.

O Στέφανος ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος. Πήγαινε πρώτη γυμνασίου. Έμενε απο την άλλη μεριά του δρόμου. Ήταν βρωμόπαιδο και φερόταν άσχημα στα άλλα παιδιά, τους έπαιρνε τους βόλους, έκλεβε στα παιγνίδια, φώναζε... Και έκλεβε σοκολάτες. Από τις ακριβές - αυτές με τα χαρτάκια ντίσνεϋ.

Ήμουν αγοροκόριτσο. Κι επειδή ήμουν πολύ μικροκαμωμένη, έμαθα να αμύνομαι. Δεν μάσαγα κι απαιτούσα το δίκηο μου με κάθε τρόπο. Να καταλάβεις, επειδή στη Μάχη ήθελαν να με βάλουν να παίζω τη νοσοκόμα, τους έδειρα και έπαιζα πάντα το λοχία Σώντερς. Νοσοκόμα μπήκε ο Σπύρος.

Αυτά ήξερε ο κύριος Χαντρινός όταν με προσέλαβε για μπράβο. Μου είπε, χαϊδεύοντάς μου τα μαλλάκια: "άμα δείρεις το Στέφανο, έχεις τρεις σοκολάτες".
Τρεις σοκολάτες ντίσνεϋ με χαρτάκια!

Ο Στέφανος ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος. Πήγαινε πρωτη γυμνασίου. Δεν θα έκανα τίποτε χωρίς όπλο.

Οπλίστηκα στην οικοδομή απέναντι. Βρήκα μια χοντρούτσικη κλωστή που είχε στην άκρη ένα σίδερο. Αργότερα θα μάθαινα ότι το λένε νήμα της στάθμης. Την έστησα στην αυλή μας και περίμενα. Ήξερα ότι, τέτοιος που ήτανε, σίγουρα θα έλεγε κάτι άσχημο να με πειράξει. Αδρεναλίνη στο φουλ - τα γράφω τωρα και ανατριχιάζω, να καταλάβεις. Ήρθε. Και μου είπε κάτι προσβλητικό, από αυτά που λένε τα παιδιά. Στριφογύρισα το νήμα της στάθμης και του το έφερα στο κούτελο. Έπεσε κάτω. Έχασε τις αισθήσεις του. Τον άφησα όπως ήταν, έτρεξα στο μπακάλικο και είπα: "κύριε Χαντρινέ, τον έδειρα το Στέφανο. Ελάτε να δείτε, ελάτε!" τον τράβηξα από το μανίκι και ειπα ντροπαλά "Τώρα, θα μου δώσετε τις σοκολάτες μου;".

Ο Στέφανος μένει ακόμη εκεί, κάτω από το πατρικό. Η γυναίκα του βρίσκει πολύ γοητευτικό αυτό το σημάδι που έχει στο κούτελο, από όταν ήτανε παιδί.

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2007

Η γραφή και τα κορίτσια.

Στο δημοτικό και στο μάθημα της εκθέσεως, όταν μας σήκωνε στον πίνακα ο δάσκαλος, διαβάζαμε την έκθεσι στους 20 συμμαθητές μας.
Κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία.
Η έκθεσι ήταν για τον δάσκαλο.
Ποτέ δεν είχε στόχο το κορίτσι μας και ποτέ μαθητής του Δημοτικού δεν σκέφτηκε να γίνη δια της γραφής αξιαγάπητος.
Αυτό έρχεται αργότερα κυρίως σε τύπους ψυχικώς ασταθείς που βασανίζονται από φρικτά συμπλέγματα κατωτερότητος και τους λέμε συγγραφείς και λογοτέχνες.
Μάλιστα, ο ωραίος λόγος και τα 10ρια στην έκθεσι ήταν συνήθως αιτία αποξένωσις. Τα κορίτσια, ήδη από αυτή την τρυφερή ηλικία, δεν εμπιστεύονται αυτούς που ξέρουνε να κάνουνε το μαύρο άσπρο.
Γιατί γι αυτό γραφεις καλές εκθέσεις. Για να δείξεις αυτό που σε βολεύει.
Τότε λοιπόν, στο δημοτικό, γράφαμε υποχρεωτικώς με τους κανόνες του δασκάλου.
Η γραφή είχε μόνο έναν σκοπό. Να σε μάθη να βάζης την υπογραφή σου. Και η υπογραφή είχε θέσι ταυτότητος έναντι ενός μυθικού τέρατος, ενός γίγαντα, μίας εξουσίας που ξέραμε ότι μας περιμένει για να μας φάη.
Οπως έτρωγε όλους τους μεγάλους.
Ετσι, γράφαμε για να κατευνάσουμε την εξουσία.
Κι ακόμα γι αυτό γράφουμε.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2007

Από το νεκροταφείο της τέχνης.

Ο ζωγράφος στήνει απέναντι το μοντέλο του. Ακολουθεί μία μακρά διαδικασία κατά την οποία, ο ζωγράφος αφαιρεί από το μοντέλο την γνώσι ότι κάποιος το ζωγραφίζει.
Η μακρά αυτή διαδικασία που επιτυγχάνεται με την βοήθεια του σχεδίου, της ύλης των χρωμάτων και της χρωματικής ποιότητος, τις συνεχείς και αλεπάλληλες κινήσεις του ζωγράφου επί της επιφανείας του πίνακα με την χρησι ή και χωρίς αυτήν των πινέλων και τέλος μίας μακραίωνης παράδοσις, ονομάζεται ζωγραφική.


Το μοντέλο μας κοιτά ή κοιτά το βάθος της αίθουσας πίσω από εμάς. Δεν γνωρίζει όμως ότι κάποιος το έχει ζωγραφίσει, δεν γνωρίζει τον δημιουργό του. Χωρίς αυτήν την γνώσι το μοντέλο είναι νεκρό. Ολα τα πρόσωπα της ζωγραφικής είναι νεκρά αφού κανένα δεν γνωρίζει την κατάστασί και τον δημιουργό του. Οσο ακριβέστερα και εναργέστερα είναι ζωγραφισμένο, τόσο πιό νεκρό μένει.
Η ζωγραφική εγχειρίζει το νεκρό σώμα του μοντέλου και το μεταφέρει στον πίνακα. Το μοντέλο εξακολουθεί να ζη - όμως αλλού, σε χώρους που δεν ενδιαφέρουν την τέχνη, στο σπίτι, στον δρόμο και στο μπάνιο του.


Υπάρχουν εντούτοις ζωγράφοι που έχουνε γνώσι αυτού του γεγονότος - εννοώ ζωγραφική γνώσι. Ορισμένοι από αυτούς αισθανόμενοι αυτή τη απονεκρωτική δύναμη της τέχνης, υποθέτουν το μοντέλο ήδη νεκρό και το μεταφέρουν έτσι στον πίνακα με τις ζωγραφικές χειρονομίες ενός άτεγκτου ρεαλισμού. Ενας τέτοιος ζωγράφος ήτανε ο Φράνσις Μπαίηκον. Είμαι ήδη νεκρός στο σπίτι, στο δρόμο και στο μπάνιο μου είπε - και ιδού, το πρόσωπό μου αληθινά νεκρό - στον πίνακα - πιό ζωντανό δηλαδή από όλα τα μοντέλα του παρελθόντος.


Ομως,
μερικές φορές, παρά τον απόλυτο έλεγχο του ζωγράφου, ένα πρόσωπο καταφέρνει με τρόπους ακόμα άγνωστους και μυστικούς, να διατηρήση στον πίνακα την προπατορική γνώσι - ξέρει δηλαδή ότι κάποιος το ζωγραφίζει. Το πρόσωπο αυτό συνήθως κρύβεται - κρύβετα από τον ζωγράφο, την ζωγραφική και τον θεατή και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να το ξεχωρίσης. Μία καλή μέθοδος είναι να βαδίσης μέσα στην ζωγραφική όπως βαδίζης σε ένα νεκροταφείο - θα δης τότε αμέσως τους ζωντανούς μέσα στα εκατομμύρια των αισθητικών νεκρών και των ακίνητων, τυφλών σωμάτων.


Ορίστε,
ένα τέτοιο πρόσωπο, ένας ζωντανός μέσα στους νεκρούς.
Υπάρχουν κι άλλοι - πολλοί, αλλά να τους βρείτε μόνοι σας - έχει πλάκα.